Σάββατο 3 Μαΐου 2025

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΥΜΕΝΟΥ 1

Εσφαλλα κύριε πρόεδρε, Σκαλίζοντας παλιά τεφτέρια ανακαλύπτω στο κρυφό ντουλάπι στο χωριό κρυμμένο σε ημερολόγιο εποχής ενα δικό μου σημείωμα πενήνταα τρία χρόνια πρίν. Εγώ για μια ακόμα φορά ερωτευμένος και θλιμένος γιατί το πράγμα δεν προχωρούσε,όπως έπρεπε. Είχαμε πάρτυ στη ΦΕΑΘ.Γλέντι μέχρι πρωίας,οι φίλοι τα νιάτα μας γλεντούσαν.Δίψα για όνειρα, ζωή και ομορφάδα. Το φεγγάρι δεν έλεγε να βγεί κι εγω περίμενα ναρθει στο γλέντι,ηρθε αλλά όχι μόνη με τον.... κι εμεινα και πάλι μόνος....

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

απολογια κατηγορουμενου

 





Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ 


Άκουσα, έζησα αντελήφθην ότι:: 

ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΗ ΥΠΟΜΟΝΗ ...Μήπως πρέπει… μήπως… να μιλήσω καμιά φορά σ’ όλα αυτά που άκουσα προσφάτως στην αγορά της Αντιόχειας, όπου αιφνιδίως  μόνος, βρέθηκα μπροστά στον Δικαστή μου.

ΜΠΡΟΣΤΑ  ΣΑΣ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ 

Μια γνώμη λέω ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ . Ομολογώ την ενοχή μου . Αντί για την υπερβολή της τελειότητας, έπρεπε να προτιμήσω την υπομονή της ποιότητας.

Κι άλλοι καλοί είναι να προσδοκούν την τύχη τους, χωρίς όμως να πάρω από το χέρι και να τους σηματοδοτήσω τον δρόμο.

ΕΚΕΙ ΕΣΦΑΛΑ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ 

Τρόμος η προσταγή και έρεβος η επιμονή, κι άλλοι  με  κοιτούν με απορία για  το φαινόμενο  και διερωτώνται « γιατί μας ρίχνεις στα θηρία» ?  

ΠΕΤΡΩΣΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ, ο χρόνος μ’ έκανε να τρέχω για προλάβω κι έγινα σκληρός και ανίδεος γιατί στην ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ, οι άλλοι με κοίταζαν με απορία. 

ΕΚΕΙ ΕΣΦΑΛΑ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ 

Έπρεπε να βάλω «φραγή» σε ορισμένα πρόσωπα που με περικυκλώνουν και ισχυρίζονται ότι αποτελούν το πλαίσιό μου.-

Μήπως πρέπει να απενεργοποιήσω ορισμένα συναισθήματα, που αποδείχτηκαν υπερβολικά και ανώφελα;

Ομολογώ πως ξέχασα την ψυχή μου στο σπίτι της.-

Η ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ, έχει λένε  κάποια όρια.. Κάποια στοπ.

Όταν τα ξεπεράσεις, ξέρεις που οδηγείσαι;

Στο διασυρμό και στην αυτοκαταστροφή ή στην λατρεία των ηρεμιστικών .

Έτσι είναι. 

Κι ας μη σ’ αρέσει να το δεις.

Αυτή πια η ανόητη προσμονή σου, πως οι «άλλοι» κάποτε θ αλλάξουν.

 Ξέχνα την, να χαρείς.

Οι «άλλοι» την έχουν καταβρεί  και συ δεν το βλέπεις .

Εσύ ν αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.

Αν δεν μπορείς, τουλάχιστον μη διαμαρτύρεσαι

ΕΚΕΙ ΕΣΦΑΛΑ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ 

Ξέρεις τι είναι  αυτό που συμβαίνει ΤΏΡΑ;

Το πλοίο απέπλευσε και έμεινα μόνος να παρατηρώ στην παραλία:  Το βαθύ μπλε τ' ουρανού. Το βαθύ κόκκινο της παπαρούνας. Το φλύαρο πράσινο του λιβαδιού. Τα χρώματα της ψυχής.

Δεν υπάρχουν κλειδαριές ασφαλείας στα αισθήματα.

ΕΚΕΙ ΕΣΦΑΛΑ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ 

Γιατί από μακρού δεν αντελήφθην το ρυθμό που έπαιζε το ξεκούρδιστο πιάνο. Τώρα πρέπει να απολογηθώ και να αναμείνω την δικαιαν τιμωρία από τον τελικό Κριτή μου:  τις τύψεις

ΖΗΤΩ ΤΗΝ ΕΠΙΕΊΚΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ   

Αφήνω την ψυχή μου να λιώσειι. Δεν είναι τόσο απλό να αντέξεις να αντικρίσεις τον εαυτό σου. Λένε πως πρέπει να έχεις κότσια , για να τραβήξεις την  δοκιμασία της Αλήθειας ,όταν λέγεται από’ αυτούς που σ’ αγαπούν.

Με λίγα λόγια , αν θέλεις να σκύψεις μέσα σου και να δεις μια δυο αλήθειες , κάνε το ΜΟΝΟΣ σου, η καταδίκη μου

ΚΥΡΙΕ  ΔΙΚΑΣΤΑ 

Είναι κάτι νύχτες, που τα αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.

Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή μου.

Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. 

Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.

Που λιώνει το φεγγάρι.

Που όλα σιγοτραγουδούν.

Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια :Το χρώμα του φεγγαριού– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.– Τί χρώμα έχει η χαρά;– Το χρώμα του μεσημεριού.– Και η μοναξιά;– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! 

Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν αντικρίζεις την αδικία που σου προκάλεσα αναίτια ή υπαίτια   

ΕΠΡΕΠΕ να δίνω το χέρι μου στον άλλο χωρίς να κρίνω.  Να κάνω  λίγο χώρο για να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου.– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι! Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

ΣΥΓΓΝΏΜΗΝ κύριε ΔΙΚΑΣΤΑ

ΕΙΜΑΙ ΕΝΟΧΟΣ


 

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 

ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΕ

 

Μετά τρόμου πολλού ,εγώ ένας κακούργος βασανιστής της καλοσύνης σας, ευρίσκομαι ενώπιον Σας ,προτιθέμενος να ζητήσω την επιείκεια Σας  Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε,

Κατ’ αρχήν ομολογώ την ενοχή  μου δι’ οιοδήποτε αδίκημα κατηγορηθώ, ώστε προθύμως να υποστώ τας συνεπείας της δικαίας καταδίκης μου

Ομολογώ ότι επλανηθην οικτρώς διότι δεν αντελήφθη εγκαίρως ,ότι άλλο η καρδιά κι άλλο η καθημερινότητα, άλλο εσύ ιππότη της μοναξιάς μου κι άλλο το μεροκάματο.

Που να φαντασθώ ότι ταυτιζόμουνα με την υπεροχή της αυθεντίας, που να καταλάβω πώς τσαλαπατούσα το όνειρα που ο ίδιος  δημιουργούσα.

Στραβός έμπαινα στη  μάχη χωρίς να καταλάβω πως ο πληγωμένος πριν βάλει μπουκιά ψωμί στο στόμα πρέπει να κοιτάξει την επουλώσει τις πληγές του.

Έσφαλα εκλαμπρότατε,

Μόλις χθες το κατάλαβα ,μες στην ζάλη μου ζητούσα την γλύκα της αγκαλιάς που ποθούσα, είχα δώσει το λάθος μήνυμα και πήρα την σωστή απάντηση.

Έμοιαζα με ταπεινό ζητιάνο που ζητούσε έλεος ,ενώ έπρεπε να μην ζητήσω τίποτε αφού στα ζητήματα της καρδιάς «Όποιος έχει δίνει» χωρίς καμιά απολυτός επιφύλαξη.

Στην απολογία μου προσθέτω  τα ακόλουθα: Την Πέμπτη το βραδυ, η μάλλον τα ξημερώματα είδα ένα σύντομο όνειρο.   Ήμουν λέει σε ένα καΐκι στην κουπαστή. Για μια στιγμή  ένοιωσα την θαλασσινή αύρα στο πρόσωπο! Ήταν μισοσκότεινα,,, κοντά στην ωρα της  πρώτης ανατολής  Σε μερικά λεπτά το καίκι  μπήκε σε ένα λιμάνι. Ήταν (λέει) η Ύδρα .. Έτσι το ένοιωσα, ήρθε πάνω από μένα μια μορφή με φωτεινό πρόσωπο όμως ,μου είπε ακολούθησε με τώρα .

Δίστασα γιατί φοβήθηκα ν’ ακολουθήσω την άγνωστη οπτασία.

Το έκανα όμως με βαριά πόδια και καρδιά.

Με πήρε στο δρόμο  που μοσχοβολούσε νυχτολούλουδα .Στην άκρη ήταν ένα καφενεδάκι ,θαύμα ΕΣΥ έπινες τον καφέ σου κάπνιζες το τσιγάρο σου  και δίπλα σου είχες τεράστια τσουβάλια γεμάτα πράγματα .Κάτσε μου είπε η οπτασία ,άδειασε τα τσουβάλια και πετάξετε στη θάλασσα ,δεν βλέπεις ότι δεν μπορεί να τα σηκώσει μονάχη της .Εγω ο ηλίθιος αντί να τα πετάξω  το φορτίο σε φόρτωσα κι άλλο με άλλα προβλήματα.

Έτσι ξαφνικά ξύπνησα τρομαγμένος. Ξημέρωσε.

Έχεις δίκιο «δεν μπορείς να ζητάς απ’ τους άλλους τα αδύνατα»

ΦΟΒΑΜΑΙ

Έγινα χειρότερος απ’ τους κάθε μορφής βασανιστές ,απ’ αυτούς που μισούσα τους νταβατζήδες της ζωής μας.(τι λες?)

Έσφαλα εκλαμπρότατε ,τιμωρείστε με 

ΕΛΕΟΣ 

-

ΥΓ φέτος δεν θα στολίσουμε ,φεγγοβολαει  η ψυχή μας έστω κι αν δεν μπορούμε να φωτίσουμε τους άλλους που φεύγουν μακριά μας 

ΥΓ 2:ΑΝΤΙΟ ΚΥΡΙΕ ΠΡΟΕΔΡΕ 

Αντελήφθημεν πλήρως  την ποιότητα της ισοβίου ποινικής καταδίκης μας, ΔΕΝ ΑΝΤΕΛΗΦΘΗΜΕΝ ΤΟ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΑΣ 

Αλλιως η παρούσα τελεί ένα  «ερωτικό παραλήρημα για μια αγάπη που φεύγει ή μήπως έρχεται  ;) ;(τι λες;

ΈΤΣΙ ΑΝΕΒΗΚΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΑ ΧΕΊΛΗ ΜΟΥ

 



Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ 1973

ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ 1973

Ο Γρηγόρης, φοιτητής της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης βρέθηκε για πρώτη φόρα στο Άγιο Όρος. Σκηνές από μια ζωή άλλη, μια ζωή που πλάθεται και μεταμορφώνεται αέναα, νοηματοδοτώντας το χρόνο και ταυτόχρονα πραγματοποιώντας την υπέρβασή του. Μακρύς περίπατος σε σκήτες και μεγάλα μοναστικά συγκροτήματα που μοιάζουν αιώνια. Ανάβαση ως τα ασκητάρια των βράχων, τα καλυβάκια των γεροντάκων και από εκεί ως την κορυφή του Άθω.
Ένα μυσταγωγικό ταξίδι στην Αθωνική πολιτεία, στην πολιτεία όπου το κάλλος του ορατού κερνά τον ταξιδιώτη τη γεύση του αοράτου, στάθηκε στη βρύση, κανείς δεν βάδιζε στο μονοπάτι ο δρόμος μακρύς ,τραχύς ,τα ποδιά του βάρυναν, πονούσαν απ’ το περπάτημα , τα δάκτυλα των ποδιών είχαν γεμίσει φουσκάλες ,πονούσε, υπέφερε, ώρα πολύ χρειάστηκε να ξαποστάσει.
Δροσίστηκε απ’ το γάργαρο, το καθαρό νερό ,έκλεισε τα ματιά του, ίσως τον πήρε για λίγο ένας γρήγορος ύπνος.
Άκουσε θόρυβο ,ξύπνησε. Δίπλα του κάθονταν ένας γέρος, καλόγερος, τα γένια του κατάλευκα έφταναν ως τη μέση του ,το πρόσωπο του φεγγοβολούσε ολόκληρο γλυκύτητα και τα μάτια του είχαν μια άλλη πρωτόγνωρη φωτεινότητα.
«Ευλογείτε.» ψιθύρισε τρομαγμένος κι απορημένος ο Γρηγόρης.
«Ο Κύριος.» απάντησε ο Γέροντας.
Σιωπή κυριάρχησε ώρα πολλή .
Ο Γέροντας κοιτούσε τον Γρηγόρη και χαμογελούσε και δεν άνοιγε το στόμα του να μιλήσει .
Ο Γρηγόρης έσπασε τη σιωπή
«Στη Λαύρα πάτε Γέροντα;» ρώτησε ταπεινά.
«Ναι παιδί μου ,έρχονται Χριστούγεννα και πάω στο Μοναστήρι ,τέτοιες Μέρες. Εσύ που πάς;» τον ρώτησε .
«Δεν ξέρω Γέροντα ,ψάχνω το δρόμο μου.»
«Τον δρόμο σου παιδί μου θα κουραστείς πολύ για να τον βρεις ,θα γεράσεις μα δεν θα ξαποστάσεις ,θα πονέσεις μα δεν θα εγκαταλείψεις την προσπάθεια, θα φύγεις από δω μα θα ξαναγυρίσεις, ο δρόμος σου παιδί μου έχει πολλά δάκρυα ,θα σου λείψει η αγάπη των άλλων ,θα πονέσεις μα μην λιγοψυχήσεις, μην πάψεις ν’ αγαπάς . Έτσι θα νοιώσεις και θα γευτείς την προδοσία ,μα θα συγχωρήσεις τους προδότες. Ψάξε παιδί μου η καρδιά σου θα φουσκώσει από τον πόνο. μα θα ’ρθει ύστερα η στιγμή να γαληνέψεις ,θα το νοιώσεις, τότε παιδί μου θα δεις το φως και τη χαρά ,μη λαθέψεις ,μην τρέξεις ,μη φοβηθείς, προχώρα ,πλησιάζει τότες η Ανάσταση του Κυρίου.»
Φοβήθηκε ,ο Γρηγόρης από τούτα τα θαυμαστά και περίεργα που του λέγε ο καλόγερος, φοβήθηκε κι έκαμε το σταυρό του.
«Θεέ μου συγχώρα με.» είπε.
Ο Γέροντας εξαφανίστηκε αιφνίδια όπως όταν ήρθε.
Ο Γρηγόρης έμεινε μόνος και απορημένος.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά ,υπέφερε από την ξαφνική του υπερένταση, ένοιωσε όμως μια ξαφνική δροσιά να τον δροσίζει, ήταν μια περίεργη αύρα που σηκώθηκε και σαν να ήταν ο πιο ξεκούραστος άνθρωπος του κόσμου με βήμα ταχύ πήρε το δρόμο.
Ήξερε πια το που θα πάει, ήξερε τι τον περίμενε ,στύλωσε τα μάτια στον Ουρανό και είπε «Ας γίνει το θέλημα Σου..».
Αυτός ο «μικρός» Γρηγόρης ,δεν ξέχασε ποτέ τη στιγμή και όταν μετά πολλά χρόνια ξαφνικά είδε την ναρχεται μια νεα προσωπική του θύέλλα να τον σημαδεύει απειλητικά ,κοίταξε τον Ουρανό και είπε «Ας γίνει το θέλημα Σου..».
Ήταν ξαφνικά μόνος ,ο άλλος χάθηκε από μπροστά του .
Κάπου κοντά άκουσε μια ψαλμωδία ,ήταν η Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα:
«Μυστήριον ξένον, ὁρῶ και παράδοξον! Ουρανόν το Σπήλαιον, Θρήνων Χερουβικών, τών Παρθένων· τον Φάτνην χωρίον, όν ᾧ ανεκλίθη ὁ ἀχώρητος, Χριστός ό Θεός, όν εξυμνούντες μεγαλύνομεν».
Έφυγε τρέχοντας ο Γρηγόρης.
*****
Τα χρόνια πέρασαν.Όταν κάποτε μίλησε για το γεγονός σ’ αυτούς π’ αγαπούσε, τον κοίταξαν μ’ απορία και επιφύλαξη και αμφιβολία ίσως τον πέρασαν για ψεύτη για φαμφαρόνο ακόμα και γελοίο, αφού εύλογα δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Τι να καταλάβουν, άλλωστε, από έναν μοναχικό άνθρωπο που δικαστής όντας ζούσε με όνειρα κι έγραφε παραμύθια και ποιήματα;
Τι άραγε, σκέφτηκε ο Γρηγόρης ,αυτός ήταν ο δρόμος που είχε μιλήσει ο Γέροντας;
«Πάνε αυτά τα χρόνια, πέρασε ένα ποτάμι ανάμεσα απ’ τα δάκτυλα μου και δεν ήπια νερό.» αναστέναξε, σκέφτηκε, όμως πως αργεί ακόμα η Ανάσταση του Κυρίου.
«Δεν έχω πολύ κουράγιο ,ένα κεράκι ήταν κι έσβησε.» ψιθύρισε και βγήκε στον καθαρό αγέρα,
« Έτι δίκαιος εί επί πάσιν, ους εποιήσας ημίν.» είπε σιγανά ο Γρηγόρης και κατηφόρισε στον δρόμο.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ «ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

pulsus amatorius ή καρδιακή θυέλλα;

pulsus amatorius ή καρδιακή θυέλλα;




ΔΙΑΒΑΣΑ ΜΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΗΝΟΥ, του πρώτου γιατρού στον κόσμο που δεν έγινε μύθος ή θεός. Ο Γαληνός, που δεν ξέρουν αν εκείνο το CL μπροστά στο όνομά του σήμαινε Κλαύδιος ή εκλαμπρότατος (Clarissimus), κατείχε την τέχνη να παρατηρεί και την τέχνη να ρωτάει. Έψαχνε στο σώμα των αρρώστων τα πάθη της ψυχής. Μια μέρα του έφεραν να κοιτάξει μιαν αρχόντισσα, που την έλιωνε η κατάθλιψη και η αϋπνία. Και καθώς δεν κατάφερνε να βγάλει λέξη απ’ το στόμα της, ο Γαληνός πήρε παράμερα τη δουλειά. Έβγαλε έτσι το συμπέρασμα πως η αιτία της μελαγχολίας της κυράς ήταν κάποια μεγάλη θλίψη. Διάγνωση που στερεώθηκε, όταν κατέβηκε στο κεφάλι του μια σπουδαία έμπνευση – να μετρήσει σ’ εκείνη την άμοιρη γυναίκα το σφυγμό αμέσως μετά το τέλος της παράστασης του χορευτή Πυλάδη. Ο σφυγμός βρέθηκε γρήγορος κι ακανόνιστος, σαν ένα λαχάνιασμα της αρτηρίας, όπως λίγο προτού αγγίξει τα χείλη το φιλί. Και ξαναγινόταν γρήγορος, και το ίδιο ακανόνιστος, κάθε φορά που ονόμαζαν μπροστά της τον Πυλάδη. Ο Γαληνός, με την παρατηρητικότητά του και το συνδυαστικό του μυαλό, έκανε έτσι μια μεγάλη ανακάλυψη, από κείνες που συχνά δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί η ίδια η εποχή και που, για να ξανασκεφτούν εξαρχής οι άνθρωποι, πρέπει να περάσουν δύο χιλιάδες χρόνια. Το σθένος του ονόματος, τη δύναμη της γλώσσας να φυτρώνει στις απουσίες… Όταν κατεβάσεις σε μια παράξενη αρρώστια μια λίστα από ονόματα, είπε ο Γαληνός, θα δεις τον σφυγμό να παίρνει σαν τρελός τον ανήφορο. Αυτός ο τρελός σφυγμός ονομάστηκε από τότε –και για κάμποσους αιώνες μετά– pulsus amatorius. Την ίδια την αρρώστια της ερωτευμένης αρχόντισσας ο Μεσαίωνας την γνώρισε ως Amor heroicus (για κάποιους λόγους heroicus, δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω) ή ερωτομανία. Θυμίζω, όμως, την ιστορία του γέρο Γαληνού που μοιάζει να βρήκε το πασίδηλο, για έναν άλλο κυρίως λόγο: Αυτή η μελαγχολική αρρώστια του έρωτα έβαζε το ζήτημα μιας αιτίας, της ίδιας αιτίας που μια νύχτα του πάνω-κάτω π.Χ., σ’ ένα συμπόσιο του ποιητή Αγάθωνος, έθετε ως απαραίτητο όρο του έρωτα ο Σωκράτης. Η ουσία του έρωτα, είπε στους άλλους, είναι ότι μια έλλειψη φωλιάζει στα σπλάχνα του, έλλειψη που φανερώνεται στον πόθο. Γι’ αυτό ο έρωτας έχει πάντα αντικείμενο, είναι καημός και μαράζι κάποιου για κάποιον. Το ότι υπάρχει πάντοτε ο «άλλος» του ερωτισμού, ότι υπάρχει πάντοτε ένας παραλήπτης αυτού που αναγνωρίσαμε σήμερα ως «διαθεσιμότητα» της σεξουαλικότητας, είναι η δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη της αρχαιότητας μετά τη γλώσσα….»


« ‘Η αρρώστεια του έρωτα».

Η ΕΥΤΥΧΙΑ

EYTYXIA

Υπάρχουν στιγμές...

Όπου το μυαλό ,μου τρέχει σε έρημες σπηλιές...

Καταχωνιασμένες μέσα σ'αυτές...

Ολόκληρες ζωές...

Ολόκληρα όνειρα θαμμένα,που δε τα βλέπεις πια

Κι όσο φεύγουν αυτά...

Άλλα τόσα μας έρχονται ξαφνικά...

Όνειρα γλυκά,όνειρα γεμάτα απ'την αγάπη μας...

Όπου τα όνειρα αυτά δε ξεθωριάζουν ποτέ...

Αχ...ξέχνα τα όνειρα...

Μόνο εσένα θέλω εγώ...

Μόνο εσένα επιθυμώ...

Μόνο εσένα για να μπορώ να ζώ...

Σ'αγαπώ


ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΥΜΕΝΟΥ 1

Εσφαλλα κύριε πρόεδρε, Σκαλίζοντας παλιά τεφτέρια ανακαλύπτω στο κρυφό ντουλάπι στο χωριό κρυμμένο σε ημερολόγιο εποχής ενα δικό μου σημείω...