Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ 1973

ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ 1973

Ο Γρηγόρης, φοιτητής της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης βρέθηκε για πρώτη φόρα στο Άγιο Όρος. Σκηνές από μια ζωή άλλη, μια ζωή που πλάθεται και μεταμορφώνεται αέναα, νοηματοδοτώντας το χρόνο και ταυτόχρονα πραγματοποιώντας την υπέρβασή του. Μακρύς περίπατος σε σκήτες και μεγάλα μοναστικά συγκροτήματα που μοιάζουν αιώνια. Ανάβαση ως τα ασκητάρια των βράχων, τα καλυβάκια των γεροντάκων και από εκεί ως την κορυφή του Άθω.
Ένα μυσταγωγικό ταξίδι στην Αθωνική πολιτεία, στην πολιτεία όπου το κάλλος του ορατού κερνά τον ταξιδιώτη τη γεύση του αοράτου, στάθηκε στη βρύση, κανείς δεν βάδιζε στο μονοπάτι ο δρόμος μακρύς ,τραχύς ,τα ποδιά του βάρυναν, πονούσαν απ’ το περπάτημα , τα δάκτυλα των ποδιών είχαν γεμίσει φουσκάλες ,πονούσε, υπέφερε, ώρα πολύ χρειάστηκε να ξαποστάσει.
Δροσίστηκε απ’ το γάργαρο, το καθαρό νερό ,έκλεισε τα ματιά του, ίσως τον πήρε για λίγο ένας γρήγορος ύπνος.
Άκουσε θόρυβο ,ξύπνησε. Δίπλα του κάθονταν ένας γέρος, καλόγερος, τα γένια του κατάλευκα έφταναν ως τη μέση του ,το πρόσωπο του φεγγοβολούσε ολόκληρο γλυκύτητα και τα μάτια του είχαν μια άλλη πρωτόγνωρη φωτεινότητα.
«Ευλογείτε.» ψιθύρισε τρομαγμένος κι απορημένος ο Γρηγόρης.
«Ο Κύριος.» απάντησε ο Γέροντας.
Σιωπή κυριάρχησε ώρα πολλή .
Ο Γέροντας κοιτούσε τον Γρηγόρη και χαμογελούσε και δεν άνοιγε το στόμα του να μιλήσει .
Ο Γρηγόρης έσπασε τη σιωπή
«Στη Λαύρα πάτε Γέροντα;» ρώτησε ταπεινά.
«Ναι παιδί μου ,έρχονται Χριστούγεννα και πάω στο Μοναστήρι ,τέτοιες Μέρες. Εσύ που πάς;» τον ρώτησε .
«Δεν ξέρω Γέροντα ,ψάχνω το δρόμο μου.»
«Τον δρόμο σου παιδί μου θα κουραστείς πολύ για να τον βρεις ,θα γεράσεις μα δεν θα ξαποστάσεις ,θα πονέσεις μα δεν θα εγκαταλείψεις την προσπάθεια, θα φύγεις από δω μα θα ξαναγυρίσεις, ο δρόμος σου παιδί μου έχει πολλά δάκρυα ,θα σου λείψει η αγάπη των άλλων ,θα πονέσεις μα μην λιγοψυχήσεις, μην πάψεις ν’ αγαπάς . Έτσι θα νοιώσεις και θα γευτείς την προδοσία ,μα θα συγχωρήσεις τους προδότες. Ψάξε παιδί μου η καρδιά σου θα φουσκώσει από τον πόνο. μα θα ’ρθει ύστερα η στιγμή να γαληνέψεις ,θα το νοιώσεις, τότε παιδί μου θα δεις το φως και τη χαρά ,μη λαθέψεις ,μην τρέξεις ,μη φοβηθείς, προχώρα ,πλησιάζει τότες η Ανάσταση του Κυρίου.»
Φοβήθηκε ,ο Γρηγόρης από τούτα τα θαυμαστά και περίεργα που του λέγε ο καλόγερος, φοβήθηκε κι έκαμε το σταυρό του.
«Θεέ μου συγχώρα με.» είπε.
Ο Γέροντας εξαφανίστηκε αιφνίδια όπως όταν ήρθε.
Ο Γρηγόρης έμεινε μόνος και απορημένος.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά ,υπέφερε από την ξαφνική του υπερένταση, ένοιωσε όμως μια ξαφνική δροσιά να τον δροσίζει, ήταν μια περίεργη αύρα που σηκώθηκε και σαν να ήταν ο πιο ξεκούραστος άνθρωπος του κόσμου με βήμα ταχύ πήρε το δρόμο.
Ήξερε πια το που θα πάει, ήξερε τι τον περίμενε ,στύλωσε τα μάτια στον Ουρανό και είπε «Ας γίνει το θέλημα Σου..».
Αυτός ο «μικρός» Γρηγόρης ,δεν ξέχασε ποτέ τη στιγμή και όταν μετά πολλά χρόνια ξαφνικά είδε την ναρχεται μια νεα προσωπική του θύέλλα να τον σημαδεύει απειλητικά ,κοίταξε τον Ουρανό και είπε «Ας γίνει το θέλημα Σου..».
Ήταν ξαφνικά μόνος ,ο άλλος χάθηκε από μπροστά του .
Κάπου κοντά άκουσε μια ψαλμωδία ,ήταν η Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα:
«Μυστήριον ξένον, ὁρῶ και παράδοξον! Ουρανόν το Σπήλαιον, Θρήνων Χερουβικών, τών Παρθένων· τον Φάτνην χωρίον, όν ᾧ ανεκλίθη ὁ ἀχώρητος, Χριστός ό Θεός, όν εξυμνούντες μεγαλύνομεν».
Έφυγε τρέχοντας ο Γρηγόρης.
*****
Τα χρόνια πέρασαν.Όταν κάποτε μίλησε για το γεγονός σ’ αυτούς π’ αγαπούσε, τον κοίταξαν μ’ απορία και επιφύλαξη και αμφιβολία ίσως τον πέρασαν για ψεύτη για φαμφαρόνο ακόμα και γελοίο, αφού εύλογα δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Τι να καταλάβουν, άλλωστε, από έναν μοναχικό άνθρωπο που δικαστής όντας ζούσε με όνειρα κι έγραφε παραμύθια και ποιήματα;
Τι άραγε, σκέφτηκε ο Γρηγόρης ,αυτός ήταν ο δρόμος που είχε μιλήσει ο Γέροντας;
«Πάνε αυτά τα χρόνια, πέρασε ένα ποτάμι ανάμεσα απ’ τα δάκτυλα μου και δεν ήπια νερό.» αναστέναξε, σκέφτηκε, όμως πως αργεί ακόμα η Ανάσταση του Κυρίου.
«Δεν έχω πολύ κουράγιο ,ένα κεράκι ήταν κι έσβησε.» ψιθύρισε και βγήκε στον καθαρό αγέρα,
« Έτι δίκαιος εί επί πάσιν, ους εποιήσας ημίν.» είπε σιγανά ο Γρηγόρης και κατηφόρισε στον δρόμο.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ «ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΕΥΤΥΧΙΑ

EYTYXIA

Υπάρχουν στιγμές...

Όπου το μυαλό ,μου τρέχει σε έρημες σπηλιές...

Καταχωνιασμένες μέσα σ'αυτές...

Ολόκληρες ζωές...

Ολόκληρα όνειρα θαμμένα,που δε τα βλέπεις πια

Κι όσο φεύγουν αυτά...

Άλλα τόσα μας έρχονται ξαφνικά...

Όνειρα γλυκά,όνειρα γεμάτα απ'την αγάπη μας...

Όπου τα όνειρα αυτά δε ξεθωριάζουν ποτέ...

Αχ...ξέχνα τα όνειρα...

Μόνο εσένα θέλω εγώ...

Μόνο εσένα επιθυμώ...

Μόνο εσένα για να μπορώ να ζώ...

Σ'αγαπώ


ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΥΜΕΝΟΥ 1

Εσφαλλα κύριε πρόεδρε, Σκαλίζοντας παλιά τεφτέρια ανακαλύπτω στο κρυφό ντουλάπι στο χωριό κρυμμένο σε ημερολόγιο εποχής ενα δικό μου σημείω...