Η ΝΟΝΑ ΜΟΥ Η ΠΟΠΗ
" Τα χελιδόνια δεν ξαναγύρισαν".
Η νόνα
[1] μου η Πόπη γεννήθηκε στα Σπαρτιά της Κεφαλονιάς στο τέλος του 19ου αιώνα και έζησε σχεδόν ολόκληρο το 20 ο αιώνα (πέθανε το Μάρτη του 1993).Υπήρξε ένας απίθανος και σπάνιος σε χαρίσματα και αρετές άνθρωπος με βαθύτατη πίστη στο Θεό και απέραντη αγάπη για το συνάνθρωπο.
Μέχρι και την τελευταία βδομάδα της ζωής της η μνήμη της και η κρίση της βρίσκονταν σε άριστο σημείο καθώς και η καθημερινή μελέτη και όχι απλή ανάγνωση της εφημερίδας «Η ΕΣΤΙΑ» .Τα σχόλια της για τα γεγονότα ,τα πρόσωπα και τις καταστάσεις πρόσεχε πάντοτε να γίνονται με χαρακτηριστική μετριοπαθή και ήρεμο και διπλωματικό τρόπο έτσι ώστε να μην δημιουργεί τριβές ή προβλήματα Ουδέποτε στη συζήτηση επέτρεπε την σύγκρουση και η σοφία της επεδίωκε πάντοτε να συνθέτει μέσα στα Πατερικά πλαίσια αφού ήταν άριστος μελετητής της Πατερικής σοφίας. Από ταπεινότητα στη συζήτηση δεν προέβαινε σε επίδειξη γνώσεων ,άκουγε πάντοτε τους άλλους και υπέμεινε με πολύ προσευχή σ’ όλο το βίο της όλους τους σωματικούς πόνους αλλά και τις τεράστιες ψυχικές πληγές που στο βίο της υπέστη. Είναι γνωστό ότι ο γάμος της γιαγιά μου με τον παππού μου Γρηγόρη Πανά υπήρξε προϊόν επιλογής του πατέρα της , όπως δυστυχώς συνέβαινε στις αρχές του αιώνα ,όμως με πολλή αγάπη δημιούργησε στον Πειραιά μια ευτυχισμένη οικογένεια ,με δυο παιδιά τη μητέρα μου Ηρώ και τον αδελφό της Παναγή.
Η αρχή των οδυνών της γιαγιάς μου ήταν όταν προκειμένου να υποστεί μικρή και ασήμαντη εγχείρηση ο Παναγής εισήχθη σε κλινική που διατηρούσε ο θείος καθηγητής ιατρικής Μαρίνος Βαλλιάνος .Το παιδί μέσα στη κλινική κόλλησε μια σπάνια μεταδοτική ασθένεια την «Οστρακια (Σκαρλατινα) και πέθανε σε ηλικία 8 ετών .Αυτός ο θάνατος προκάλεσε τεράστιο σεισμό στη οικογένεια με αποτέλεσμα στις παραμονές από του Ελληνοαλβανικού πόλεμου να μετακομίσει και να εγκατασταθεί οριστικά στα Σπαρτιά Κεφαλονιάς. Όμως η συνέχεια ήταν πιο δραματική ,ο παππούς μου «έφυγε» με τραγικό τρόπο το 1944.
Τέτοια υπήρξε η ένδεια, ώστε να εκποιηθεί κάθε πολύτιμο είδος της οικογένειας σε γνωστούς μαυραγορίτες ,αλλά και αρχίσει από τους δυναμένους να το πράξουν κατοίκους του χωριού η συστηματική βοήθεια σε είδη τρεχούσης διατροφής, την οποία εστερείτο παντελώς η οικογένεια Η γιαγιά μου πέρασε κι αυτή τη τρομερή και αβάσταχτη δοκιμασία πόνου και στέρησης. με απόλυτη αξιοπρέπεια και δεν θέλησε να εξαγοράσει ούτε για αυτή ούτε για κόρη της, με κανένα τρόπο το θάνατο του συζύγου της.
Όμως η κακοτυχία της γιαγιάς μου δεν σταμάτησε εκεί το 1966 η μητέρα μου σε ηλικία 35 ετών εντελώς ξαφνικά αρρώστησε από «απλαστική αναιμία » και μετά σύντομη αλλά επώδυνη ασθένεια απεβίωσε νεότατη την 20 Απριλίου 1966. Η γιαγιά δέχθηκε κι αυτό το συνταρακτικό κτύπημα της μοίρας με αξιοπρέπεια και αρχοντιά .Έκρυψε βαθιά τον πόνο της μάνας μέσα της κι έσκυψε να περιμαζέψει το διαλυμένο απ’ το θάνατο της κόρης της σπιτικό μας Στήριξε με όλες τις δυνάμεις της τον κλονισμένο πατέρα μου και έδωσε βοήθεια και συμπαράση σε μένα . Έτσι σταθήκαμε όρθιοι.
Θα σου πω τι μου είπε η «νόνα» μου όταν γυρίσαμε από την ταφή της μάνας μου και κόρης της «Ψηλά το κεφάλι σαν σε παρέλαση Αντωνάκη, δεν κλαίμε
Όλοι εσένα κοιτάνε …..»
Η μάνα μου έφυγε στις 20/4/1965 και μια Μ. Παρασκευή εκεί που έψαλλα τα εγκώμια με τον Επιτάφιο στο κοιμητήρι του χωριού μου ,άκουσα τον φίλο και συμμαθητή μου ιερομόναχο από το Όρος, π Γεράσιμο Φωκά, που χάθηκε τόσο πρόωρα να μνημονεύει τη μάνα μου (σαράντα χρόνια μετά) και έκλαψα πικρά για πρώτη φορά, γιατί ο πόνος του γονιού δεν παραγράφεται…(κάθε Μ Παρασκευή φροντίζω να βρίσκομαι ΕΚΕΙ και δυστυχώς χωρίς τον παπά Γεράσιμο)
Στάθηκε ως το θάνατο της η αληθινή ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ του σπιτιού μας. Ο θάνατος της
Το πρωινό των Φώτων του 1993 δέχθηκα ένα τηλεφώνημα απ’ τη γιαγιά :
-Ο πατέρας σου είναι άρρωστος
– Ετρεξα
Ήταν εγκεφαλικό και χιόνιζε…
Φώτα 1993 στο Γενικό Κρατικό ο πατέρας μου ολόκληρο το πρωινό έμεινε χωρίς ιατρική φροντίδα κι εγώ την ίδια περίοδο ήμουν Νομικός Σύμβουλος του Πρωθυπουργού !!!!
Μετέφερα στα χέρια μου το πατέρα σε ιδιωτική κλινική, όποτε στις 2μμ τον είδαν οι γιατροί !!!!
Η γιαγιά στο σπίτι συντόνιζε τα πάντα απ’ το τηλέφωνο.
Η κράση της καλή ,είχε βαρύνει λίγο απ τα χρόνια τα 94
Όμως ήθελε να μου φτιάχνει τη ατομική μου σπανακόπιτα,να μου μαγειρεύει τις προτιμήσεις μου ,τα γεμιστά μου .
Η αρρώστια του πατέρα μου την τσάκισε
Τον μετέφερα στο σπίτι εκείνη τον πρόσεχε ,τον νοιαζόταν ,όμως είχε σπάσει κάτι μέσα της.
Μια μέρα του Μάρτη 1993, γύρισα απ’ τη δουλεία.
Με περίμενε, είχε ξαπλώσει στο δωμάτιο της, πράγμα σπάνιο παρά την ηλικία της.
-Πήγαινε αφέντη μου να φας και μετά σε θέλω…
Ήταν διαταγή
Έφαγα την ατομική σπανακόπιτα που μου είχε φτιάξει με τα χέρια της
(94 χρονών γυναίκα)
Πήγα δίπλα της
Μιλήσαμε για τα οικογενειακά μας (την αρρώστια του πατέρα μου, το ότι ο αδελφός της. ενώ τον καλούσε ναρθει να την δει δεν ήλθε, για την ζωή μου για όλα )
Μου ζήτησε να της ψάλλω κάποιους ύμνους ,τον Κανόνα του Μ.Σαββάτου
«Κύματι θαλάσσης…Θεοφανείας σου Χριστέ…Άφραστον θαύμα.. Τέτρωται Άδης»
μετά μου ζήτησε να ψάλλω «Κύριε εκέκραξα »
στο τέλος μου ζήτησε να πω την Μεγάλη Δοξολογία .
Σ’ όλο το διάστημα η νόνα με ακολουθούσε σ’ όλα σιγοψάλλοντας, εξ άλλου αυτή μ’ έμαθε να ψέλνω και με παρατηρούσε σε κάθε «φάλτσο» μου από μικρό παιδί ως το θάνατο της.
Μόλις τελείωσα τη δοξολογία έκανε το σταυρό της με φίλησε ,μου έδωσε την ευχή Της και μου είπε να φύγω για τη δουλειά μου ,ήταν 6 μμ
Σηκώθηκα πήγα στη κουζίνα έφτιαξα ένα καφέ και πήγα στο δωμάτιο του πατέρα μου να μιλήσουμε λίγο πριν φύγω.
Του έλεγα πως ήμουν απορημένος με τη νόνα μου.
Τον χαιρέτησα και μπήκα στο δωμάτιο της νόνας μου.
-είχε πέσει σε κώμα………
Την πήγα στον Ευαγγελισμό μετά λίγες μέρες έφυγε για το αιώνιο Ταξίδι κοντά στους αγαπημένους της :τα παιδιά της και τον αδικοχαμένο άντρα της.
μια ζωή μαρτύριο γεμάτη αγάπη και προσφορά
[1] νόνα < ιταλική nonna=γιαγιά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου