Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΘΥΕΛΛΑ το βιβλιο

ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΘΥΕΛΛΑ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :







ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΗΤΤΑΣ....

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΗΤΤΑΣ....
Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα οτι θα
πείραζα ,οτι θ’αναστάτωνα των άλλων τη ζωή.
Αυτό ειναι μια ήττα. Καθαρή ήττα”
Κική Δημουλά




«...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα». Έρνεστ Χέμινγουεϊ

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΗΤΤΑΣ:
Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε, όταν τους λησμονάνε!” Κώστας Ουράνης (1890-1953)
Δεν μπορείς να γνωρίζεις καν πόσο θάρρος χρειάστηκα για να ξεγυμνώσω την ψυχή μου μπροστά σου.
Εχασα τα πάντα, μα είμαι περήφανος,πριν φτάσω από το ένα σημείο στο άλλο εξαντλήσα όλα τα πιθανά ενδεχόμενα, παλεύοντας με όση δύναμη διαθέτω.
Εχασα, αφού πρώτα ταπεινώθηκα εξευτελιστικά.... αλλά είμαι χαρούμενος γιατί η ζωή μου έδωσε την χαρά να απολαμβάνω την νίκη της ψυχής μου.Ηπια ως το τέλος το ποτήρι της ήττας.
Μαλλον δεν θα διαβάσει κανείς αυτό το κείμενο της ήττας.
Για κάποιους οι δοκιμασίες είναι μικρές, για άλλους μεγαλύτερες και απαιτητικότερες. Νιώθουν ότι θα περάσουν από καυδιανά δίκρανα, πριν πάρουν μια ανάσα.
Τι ακριβώς παθαίνει κανείς, όταν περνά από καυδιανά δίκρανα; Υφίσταται έντονο εξευτελισμό, εξαναγκάζεται να ταπεινωθεί, να συνθηκολογήσει με ταπεινωτικούς όρους.
Το 321 π.Χ., κατά την διάρκεια του δεύτερου Σαμνιτικού πολέμου, οι Ρωμαίοι προσπαθώντας να κατακτήσουν την Καμπανία, εγκλωβίστηκαν στην περιοχή Καυδιανά δίκρανα ή λατινιστί Forculae Caudinae. Την περιοχή την αποκαλούσαν κατ' αυτόν τον τρόπο, γιατί ήταν στενωπός και βρισκόταν ανάμεσα σε δυο βουνά.
Οι Ρωμαίοι αιχμαλωτίσθηκαν από τους Σαμνίτες. Στην συνέχεια, όμως, οι Σαμνίτες με επικεφαλής τον στρατηγό Πόντιο Ερέννιο ελευθέρωσαν τους Ρωμαίους, αφού πρώτα τους υποχρέωσαν να παραδώσουν τα όπλα τους και να περάσουν ένας προς έναν κάτω από έναν ξύλινο ζυγό σχήματος Π ως ένδειξη υποταγής. Τον εξευτελισμό αυτόν υπέστησαν τόσο οι απλοί στρατιώτες όσο και οι ύπατοι. Μάλιστα είχαν δεμένα τα χέρια και, ενώ περνούσαν, φορούσαν τον οπλισμό τους, πριν τον εγκαταλείψουν.Συνεπώς, κάθε φορά που περνώ από καυδιανά δίκρανα, υφίσταμαι έναν μεγάλο εξευτελισμό. Όλα, όμως, περνούν!!! Μένει η πίκρα!“Όσο λειτουργεί η μαγική σχέση δεν υπάρχει ακόμα ποίηση”
«η πανσέληνος τον Αύγουστο κρατάει δυο νύχτες».
ΥΓ:”Είναι μια άσκηση που τα καταφέρνω καλά. και με συμφιλιώνει με το ιερό λίγο μου. Αλλά εγώ είμαι ένας άντρας που προτιμώ να χάσω από το να κερδίσω με αθέμιτα μέσα, αδίστακτα. Μεγάλο σφάλμα μου και το ξέρω. Και το ωραίο είναι ότι έχω την αυθάδεια να υπερασπίζομαι αυτό το σφάλμα, να το θεωρώ σχεδόν αρετή …”Πιέρ Πάολο Παζολίνι
1/7/1969 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Λειβαδά: Παρουσίαση βιβλίου Α. Αργυρού «Επτανησιακά Ανάλεκτα» – Κεφ. «Οι αγάπες της ζωής μου»



    1. Ευρυδίκη Λειβαδά

      Ευρυδίκη Λειβαδά: Παρουσίαση βιβλίου Α. Αργυρού «Επτανησιακά Ανάλεκτα» – Κεφ. «Οι αγάπες της ζωής μου»
      Όταν ρώτησα τον Αντώνη: «τι θέλεις να αναλύσω σχετικά με το βιβλίο σου» μου απάντησε: «Τις αγάπες της ζωής μου». Έχοντας ήδη διαβάσει με προσοχή αρκετά δημιουργήματα της πέννας του, σκέφθηκα: «Εύκολο». Μα όταν μελέτησα το βιβλίο κι επικεντρώθηκα στο ομότιτλο κεφάλαιο είδα πως είναι δύσκολο. Μπορεί οι λέξεις να είναι απλές, σαν αυτές οι οποίες χάνονται μέσα στο χάος των ολοένα αυξανόμενων ορολογιών. Μπορεί κι οι εικόνες που σχηματίζουν, να έχουν αγνή ομορφιά –παράταιρη του κόσμου της τεχνολογικής ανάπτυξης. Όμως έπρεπε να βρω και να γράψω για αυτό που κρύβεται πίσω από τους ορίζοντές του. Να «δω» με το «άλλο βλέμμα», αυτό που ιχνογραφεί η προσωπική δημιουργική έκφραση, ο ενθουσιασμός, το πάθος, η μαγική δύναμη και βασικά, το κυρίαρχο συναίσθημα και η πνευματική ανύψωση του υποκειμένου. Όχι τόσο εύκολη προσέγγιση.
      Στον αντίποδα της καθίζησης που ξεφυτρώνει κάθε στιγμή μπροστά στα βήματά μας και μας απογοητεύει ή μας εξοργίζει, στέκει η καταγραφή στοχασμών κι εμπειριών, η επιστροφή σε περασμένους καιρούς, το ανασκάλεμα με πίστη, αγάπη και τρυφερότητα που ξεδιπλώνει τον ακούραστο κι ολόπλουτο εσωτερικό κόσμο κι επιτρέπει τη διατήρηση χλωρών οραμάτων. Αυτό το ανασκάλεμα του χθες, είναι προσπάθεια απόδρασης από το πλαίσιο της καθημερινής, αστικής –εν προκειμένω- ζωής, προσπάθεια διαφύλαξης αναμνήσεων ευτυχισμένων στιγμών -των οποίων υπήρξε μάρτυρας- παγώνοντας, μέσα από τα κείμενά του, τον «ανίκητο» χρόνο που αφανίζει ανεπιστρεπτί τόσα και τόσα.
      Η αναζήτηση στοιχείων για την Κεφαλλονιά μέσω τόσων μελετημάτων (ξεκινώντας από τον Όμηρο και καταλήγοντας σε εκδόσεις του 2012) δηλώνει ανάγκη γνώσης του τόπου λόγω αγάπης. Η αρχική προσπέλαση του νησιού στο βιβλίο επιτυγχάνεται με γεωγραφία και ιστορία, γενική και αργότερα ειδική, επικεντρωμένη στον τόπο του, στα Σπαρτιά. Εδώ, στο χωριό του, ξεδιπλώνει τη δική του στάση ζωής, ξετρυπώνει μέσα του την ένταση της προσωπικής του ιστορίας και εκφράζει με την πέννα τα εσωτερικά συναισθήματά του διαμέσου ευαίσθητης προσωπικής ματιάς για το χωριό, τους ανθρώπους, τα πράγματα, κάτω από την φυσική τάξη των οποίων, κρύβεται δύναμη μοναδική: η αυθεντικότητα της εσωτερικής αλήθειας.
      Το ότι επιλέγει απόσπασμα από την «Ιδιωτική Οδό» του Ελύτη (σ. 19) δεν είναι τυχαίο. «Αυτά που μου αρέσουν είναι η μοναξιά μου» λέει ο βραβευμένος ποιητής. Το αίσθημα της μοναξιάς είναι γενεσιουργό. Απαραίτητο συστατικό της δημιουργίας η μοναξιά βρίσκει σύμφωνο τον συγγραφέα που δεν παύει να την υμνεί. Ο Αντώνης σημειώνει: «καταφύγιό μου» στο Λιάκα... «νικάει το γαλήνεμα του νου και της ψυχής» (σ.46). Αυτά τα δυο τελευταία παρουσιάζουν την σιωπή ως αυθεντική έκφραση. Αυτή τη σιωπή και τη δύναμή της θαυμάζει ο συγγραφέας. Όσο βαθαίνει μέσα του, τόσο υψώνεται. Ο εσωτερικός διάλογος – ή μονολόγός του- ανοίγει τους κρουνούς του αυτές τις ώρες της μοναξιάς του, τις κορυφαίες ώρες της σιωπής.
      Φύση, έρωτας, ελευθερία, παραδόσεις, θρησκευτικότητα, Θεός: έννοιες που κάνουν κύκλους σε όλο το έργο και μπλέκονται με ηλιοβασιλέματα, παρελθόν, κεφαλλονίτικο τοπικό «χρώμα», γλαφυρές περιγραφές προσώπων. Κατά κάποιο τρόπο: αναγέννηση ρομαντισμού –χωρίς αυτό να επιτυγχάνεται στο απόλυτο, καθώς οι προσλαμβάνουσες του σήμερα είναι τόσο διαφορετικές από αυτές της εποχής που γέννησε το κίνημα αυτό. Κι ακόμη, τότε, υπήρχε πέπλο απαισιοδοξίας, κάτι πολύ μακρινό για την πέννα του Αντώνη, που επιμένει να λούζει τα κείμενά του με φως κι οπτιμισμό. Σημειώνει σχετικά στην Εισαγωγή του που έχει υπότιτλο: «Λόγια ελπίδας» : «…προσπαθούν τα κείμενα να ξαναφέρουν για λίγο στα χείλη μας το χαμόγελο και την ελπίδα» (σ.16).
      Όλα ετούτα τα στοιχεία δεν είναι μόνον επικεντρωμένα στο Κεφ. «Οι αγάπες της ζωής μου». Βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το βιβλίο. «Ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα μας περιμένει στην πλάκα του Ακρωτηρίου Λιάκα… είναι η στιγμή που ο ήλιος δύει και το αποτέλεσμα είναι απλά μαγικό. Εδώ νικάει η ομορφιά της φύσης… οι ακτίνες του ήλιου σχηματίζουν ένα φωτεινό στεφάνι» (σ.45-46). «… εις περιόδους ανομβρίας λιτάνευαν το ξυλοκρέβατο, έκαναν παρακλήσεις στο ύπαιθρο κι έβρεχε» (σ. 74). «… ο Οδυσσέας … μένει πνευματικά προσκολλημένος στο νησί του, πνεύμα φιλελεύθερο και δημιουργικό» (σ. 168). Η αναφορά στις Παναγιές των Σπαρτινών και στους Άγιούς μας, που τους δίνουν ως όνομα στα πλοία οι παλαιότεροι συντοπίτες του (σ. 49), οι περιγραφές εκκλησιών και εικόνων (σ.64-72) με επίθετα που εκδηλώνουν τον πνευματικό θαυμασμό του, αναδεικνύουν την βαθιά θρησκευτικότητά του.
      Μέσα από την πέννα του προσεγγίζονται εύκολα οι αρχές του, αρχές που – επιτρέψτε μου, γνωρίζω εκ πείρας- κληροδοτούσαν οι παλαιότεροι εκπαιδευτικοί στα παιδιά, και δη στα δικά τους: «αυτό που διακρίνει τον ευπατρίδη είναι το ήθος, τα ιδανικά και οι αξίες… η σταθερή του πίστη στις ηθικές αξίες και στα ιδανικά, η αγάπη του για τον τόπο του και την οικογένειά του» (σ.143), στοιχεία που ο συγγραφέας εξυψώνει και τιμά μέσα από το πρόσωπο του Βαγγελάκη Πανά. Κι αλλού: «… ανήκε στους Άρχοντες, σε αυτούς που δεν τους αναδεικνύουν οι κοινωνικοί ‘βαθμοί’ και οι ‘τίτλοι’… «Αγάπησε αυτά που δεν αγαπιούνται σήμερα από τους πολλούς, πόνεσε για αυτά που δεν πονά πια σχεδόν κανείς, πίστεψε σε αυτά που οι περισσότεροι περιγελούν, και περιφρονούν ακόμα».
      Οι προτάσεις που κάνει δηλώνουν αγάπη. «Δυο ιταλικά κανόνια με ανατιναγμένες κάννες βρίσκονται εγκαταλελειμμένα στο προαύλιο του Ι.Ν. Υ.Θ. Σπαρτιών. Θα μπορούσαν να γίνουν κομμάτι ενός μνημείου». Και παρακάτω: «Η εκκλησία θα μπορούσε να αναδειχθεί ιστορικό μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης». Αλλά και: «Προτείνω να τοποθετηθούν περιπατητικά σύμβολα προς αναγνώριση των διαδρομών» (σ. 45).
      Και φθάνω στο Κεφ. «Οι αγάπες της ζωής μου» (σ. 147-163). Στήριγμα οι αναμνήσεις του. Καταφύγιό του για άντληση δύναμης. Εδώ χωρίς ρητορισμούς και μεγαλοστομίες γράφει για την Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό του, για τον πατέρα Γεράσιμο Φωκά, για τα καλοκαίρια στη ζωή του. Τότε που ήταν παιδί, μετά στην εφηβεία του και τέλος στην ενηλικίωσή του. Το ίδιο δυνατό όμως είναι και το «Υστερόγραφό» του (σ. 228) όπου ομολογεί επιγραμματικά: «Όλη η ζωή μου, σε μια χούφτα μελάνι». Εδώ αποκαλύπτει την «κινητήρια δύναμη» που τον ώθησε να αναλάβει «το όλο εγχείρημα: το χρέος προς την πατρίδα μας, ένα χρέος που δεν τελειώνει ποτέ».
      Φέρνει στο φως αυθόρμητα και πηγαία εικόνες του παρελθόντος και διασώζει με καθαρότητα το χθες, βιώνει ξανά και ξανά το «σταθερό τυπικό» της Ορθόδοξης Εκκλησίας όπου «εκλεκτό μοσχοθυμίαμα ρόδου, καθαρό αγνό μελισσοκέρι, ακοίμητα καντήλια, γλυκόφθογγες καμπάνες της Παναγιάς του χωριού καλούν σε θερμή κατανυκτική προσευχή, σε χαρμολυπικές ψαλμωδίες, σε ευαγγελικές περικοπές που μαστιγώνουν αλύπητα τη φαρισαϊκή υποκρισία με εκείνα τα φοβερά ‘ουαί’ και μιλούν ωραία για υψοποιό ταπείνωση, για θυσιαστική διακονία, για συσταύρωση, συνταφή και συνανάσταση με τον Σταυροαναστηθέντα Χριστό και Λυτρωτή του κόσμου» (σ. 148). Ο Σταυρός είναι φωτοφόρος. Υψώνεται με την θεότητα, εισάγει την αγάπη και ξαναδίνει τη ζωή. «Εις σωτηρίαν ημών των μελωδούντων. Λυτρωτά ο Θεός ευλογητός ει». Βαθύτατη η πίστη του συγγραφέα. Η πίστη σαν ελεύθερη αγάπη πλαταίνει τις αντιληπτικές ικανότητες, αποκρυπτογραφεί την ανάσταση σαν απόλυτο γεγονός. Κι η ψυχή νοσταλγεί κι αναπτύσσει βαθύ πνευματικό δεσμό με το άφατο κι απέραντο, πέρα από τον άνθρωπο, πέρα από τον κόσμο. Έρχεται έτσι και επαναδένει με την μοναξιά, την σιωπή, την περισυλλογή, τη συγγραφή.
      Άλλη μια αγάπη του Αντώνη, είναι ο πατέρας όλης της Κεφαλλονιάς –κι όχι μόνον-, ο Γεράσιμος Φωκάς (σ. 155). Σε αυτόν τον γέροντα της αγάπης, της συγνώμης, των φτωχών, και της σιωπής ο συγγραφέας στέλνει αποχαιρετιστήρια επιστολή. Ο κοινός λόγος ρέει κι ενσαρκώνει στην Ιστορία τον άνθρωπο-ιερωμένο με την υπεραισθητή αντίληψη. Με ψυχή που μοιάζει να δονείται από θλίψη, ο συγγραφέας σε χρόνο παρελθόντα, με λόγια θαυμασμού για τον άνθρωπο της ‘εν τω κρυπτώ’ κι απέραντης ελεημοσύνης, καταθέτει την ιστορική μαρτυρία της δικής τους γνωριμίας, του συμβαδίσματος των νιάτων τους, των προσωπικών εμπειριών, των σημαντικών στιγμών τους. Στο εργαστήρι της καρδιάς του αναβρύζει αγάπη και σεβασμός για τον φίλο ιερωμένο, που όλη η ζωή του στηριζόταν στον Θείο Νόμο, και στην Συνείδηση, που την σιωπή του, την αδέλφωσε με την πράξη και τον αγώνα. Κι η πέννα τρέχει στο χαρτί κι αποτυπώνει νωπά κι ολοζώντανα, την εικόνα που άφησε πίσω του, αλλά και τη γλυκόπικρη γεύση του δικού τους αποχωρισμού.
      «Τα καλοκαίρια» (σ. 160) του Αντώνη είναι γεμάτα τρυφερότητα, χρώματα, ήχους, μυρωδιές. Είναι εμπνευσμένα από τον έρωτα της φύσης, της γυναίκας. Έτσι εκφράζει ο συγγραφέας την βαθύτερη φιλοσοφία του και την πίστη του στις δυνάμεις της ζωής. Κι όσο τα χρόνια περνούν, στην ίδια παραλία, τους ίδιους μήνες, τις ίδιες ζεστές ημέρες του καλοκαιριού, ο Αντώνης αφαιρεί σιγά σιγά τα πέπλα της ψυχής του, αντικρύζει το κάλλος της γυμνότητας της παιδικής του υπόστασης, της εφηβικής του ανεμελιάς, της σφριγηλής σοβαρότητας και αυστηρότητας της ενηλικίωσής του. Κι η ακρογιαλιά παραμένει το ίδιο σαγηνευτική στα μάτια του και σε αυτά της ψυχής του που αναδύει την ίδια ερωτική λατρεία, τον ίδιο δυναμισμό, την ίδια ένταση κι έκσταση γιατί αυτή, καθώς ανήκει σε ανώτερο κόσμο, δεν γεράζει ποτέ.
      Κι η ενατένιση γίνεται ανομοιοκατάληκτος στίχος (σ. 7, 154, 230) κι ανοίγει τις πόρτες στην περιοχή της ποίησης:
      Στο «Σπάρτο» ή στο «Σπαρτό» (σ.7) -όπου κι αν πάει ο τόνος δεν αλλάζει το νόημα αυτού που ακολουθεί-. Σε τούτο το ποίημα – προανάκρουσμα του όλου έργου - οι στίχοι βαδίζουν στην ψυχική αλήθεια, μεστοί, σφριγηλοί, σοβαροί. Τίποτα δεν είναι περιττό. Ο ήλιος, ο κάμπος, τα σπάρτα, η καμπάνα, η θάλασσα, ο Θεός, ο δοξαστικός Ύμνος: «Κύριε εκέκραξα προς Σε, εισάκουσον μου Κύριε». Κι ύστερα η αφιέρωση: στη νόνα και στη μάνα, στους αγαπημένους προγόνους που βρίσκονται στον κόσμο της κορύφωσης, του θείου, του άϋλου. Όλες οι αγάπες κρυμμένες σε αυτήν την βαθύτερη κι ειλικρινή θέαση του κόσμου του Αντώνη. Ορατού κι αόρατου. Όλα δένουν μυστηριακά και ξεναγούν τον αναγνώστη στις νέες χώρες που θα κατακτήσει διαβάζοντας ή μελετώντας το βιβλίο.
      Ένα σύντομο τετράστιχο μάς περιμένει παρακάτω και δίνει απάντηση στο ερώτημα που ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει: «Μιλάει ο τόπος;» (σ.154). Πριν ακόμα επιτρέψει στον αναγνώστη να δώσει την δική του απάντηση, σπεύδει ο ίδιος: «Αναντίρρητα μιλάει». Κι αιτιολογεί: «έφθασα στο Κοιμητήρι, ανάμεσα στα μνήματα, … ευλαβικός προσκυνητής να επισκεφθώ τους κεκοιμημένους προσφιλείς μου… να προσευχηθώ στην ιερή μνήμη τους». Εδώ ο Αντώνης νοιώθει τον τόπο να μιλεί. «Βουβοί τόποι πουθενά δεν υπάρχουν. Κουφοί άνθρωποι μονάχα». Η ψυχή του πλαταίνει, ανασαίνει άνετα σε τούτο το δυνατό μέρος, αφουγκράζεται το τιτάνιο της κατάλυσης του σώματος κι ακούει την αιώνια, μυστηριακή ομορφιά της βαθύτερης «ύπαρξης».
      Στο τρίτο ποίημά του «Σπαταλήσαμε τη ζωή μας» (σ.230), ακροτελεύτιο του έργου, ανιχνεύεται διαπίστωση τραυματική για αυτόν. Αφού έχει κάνει τη δική του «υπέρβαση χρόνου και φθοράς», προχωρεί σε θρήνο απόγνωσης, βαθιά ανθρώπινο. Κοινωνός των βαθύτερων ενοράσεών τού είναι, ο ίδιος ο εαυτός του που πλημμυρίζει πόνο ερμητικό, και βουβή οδύνη. Το τραγικό συμπέρασμα της σπατάλης της ζωής στο τίποτα για το τίποτα, για την κενή εικονοποιία του ίδιου του εαυτού του, που αναλώθηκε σε «τόμους άχρηστων συγγραμμάτων» για μια «δόξα» στο εύθριπτο των συντεταγμένων του βίου, στην αστάθεια των πρέπει της κοινωνίας των λιωμένων ηθικών αντιστάσεων, πέρα από τα υψηλά έργα, μακριά από το αληθινό φως. Η τραγική διαπίστωση που ανεβαίνει στο προσκήνιο πως ο δρόμος ήταν χαμένος, κορυφώνει την απόγνωσή του και μαζί με αυτήν, την μοναξιά. Μια μοναξιά καθόλου δημιουργική την φορά αυτή. Μοναξιά αποπνικτική, χωρίς αγάπη, που την κάνουν ιταμή «οι κραυγές των ανόητων σπουδαιοφανών καλικαντζάρων»- όπως γράφει χαρακτηριστικά, και συμπληρώνω εγώ:- που πουλάνε μισοτιμής στην αγορά το Χρέος της Αλήθειας, της Ακεραιότητας, της Ηθικής, της Δημοκρατίας.
      Η λογική μόνη, δεν αποτελεί καλό οδηγό του ανθρώπου, και των κοινωνικών και πολιτικών συστημάτων. Τα συναισθήματα όμως, ήταν, είναι και θα παραμένουν αιώνια πηγαία έκφραση ζωής. Αν μπορούσε να γυρίσει τη ζωή του πίσω, θα ζούσε ελεύθερος από συμβατικότητες πολιτισμού και ανάπτυξης, θα ζούσε μακριά από ό,τι φθείρει την ανθρώπινη υπόσταση, από ματαιοδοξία, κενότητα, απληστία κι ανικανοποίητες απαιτήσεις και θέλω.
      Αυτός είναι ο Αντώνης. Κι αυτές οι αγάπες του: των αρχέγονων αξιών που σμίλεψαν οι πρόγονοί μας, της ηθικής ελευθερίας, της βαθιάς ελληνορθόδοξης πίστης και παράδοσης, της βαθύτερης συνείδησης, της Ελληνικής Ψυχής.
      Στον αντίποδα της καθίζησης που ξεφυτρώνει κάθε στιγμή μπροστά στα βήματά μας και μας απογοητεύει ή μας εξοργίζει, στέκει η καταγραφή στοχασμών κι εμπειριών, η επιστροφή σε περασμένους καιρούς, το ανασκάλεμα με πίστη, αγάπη και τρυφερότητα που ξεδιπλώνει τον ακούραστο κι ολόπλουτο εσωτερικό κόσμο κι επιτρέπει τη διατήρηση χλωρών οραμάτων. Αυτό το ανασκάλεμα του χθες, είναι προσπάθεια απόδρασης από το πλαίσιο της καθημερινής, αστικής –εν προκειμένω- ζωής, προσπάθεια διαφύλαξης αναμνήσεων ευτυχισμένων στιγμών -των οποίων υπήρξε μάρτυρας- παγώνοντας, μέσα από τα κείμενά του, τον «ανίκητο» χρόνο που αφανίζει ανεπιστρεπτί τόσα και τόσα.Η αναζήτηση στοιχείων για την Κεφαλλονιά μέσω τόσων μελετημάτων (ξεκινώντας από τον Όμηρο και καταλήγοντας σε εκδόσεις του 2012) δηλώνει ανάγκη γνώσης του τόπου λόγω αγάπης. Η αρχική προσπέλαση του νησιού στο βιβλίο επιτυγχάνεται με γεωγραφία και ιστορία, γενική και αργότερα ειδική, επικεντρωμένη στον τόπο του, στα Σπαρτιά. Εδώ, στο χωριό του, ξεδιπλώνει τη δική του στάση ζωής, ξετρυπώνει μέσα του την ένταση της προσωπικής του ιστορίας και εκφράζει με την πέννα τα εσωτερικά συναισθήματά του διαμέσου ευαίσθητης προσωπικής ματιάς για το χωριό, τους ανθρώπους, τα πράγματα, κάτω από την φυσική τάξη των οποίων, κρύβεται δύναμη μοναδική: η αυθεντικότητα της εσωτερικής αλήθειας.Το ότι επιλέγει απόσπασμα από την «Ιδιωτική Οδό» του Ελύτη (σ. 19) δεν είναι τυχαίο. «Αυτά που μου αρέσουν είναι η μοναξιά μου» λέει ο βραβευμένος ποιητής. Το αίσθημα της μοναξιάς είναι γενεσιουργό. Απαραίτητο συστατικό της δημιουργίας η μοναξιά βρίσκει σύμφωνο τον συγγραφέα που δεν παύει να την υμνεί. Ο Αντώνης σημειώνει: «καταφύγιό μου» στο Λιάκα... «νικάει το γαλήνεμα του νου και της ψυχής» (σ.46). Αυτά τα δυο τελευταία παρουσιάζουν την σιωπή ως αυθεντική έκφραση. Αυτή τη σιωπή και τη δύναμή της θαυμάζει ο συγγραφέας. Όσο βαθαίνει μέσα του, τόσο υψώνεται. Ο εσωτερικός διάλογος – ή μονολόγός του- ανοίγει τους κρουνούς του αυτές τις ώρες της μοναξιάς του, τις κορυφαίες ώρες της σιωπής.Φύση, έρωτας, ελευθερία, παραδόσεις, θρησκευτικότητα, Θεός: έννοιες που κάνουν κύκλους σε όλο το έργο και μπλέκονται με ηλιοβασιλέματα, παρελθόν, κεφαλλονίτικο τοπικό «χρώμα», γλαφυρές περιγραφές προσώπων. Κατά κάποιο τρόπο: αναγέννηση ρομαντισμού –χωρίς αυτό να επιτυγχάνεται στο απόλυτο, καθώς οι προσλαμβάνουσες του σήμερα είναι τόσο διαφορετικές από αυτές της εποχής που γέννησε το κίνημα αυτό. Κι ακόμη, τότε, υπήρχε πέπλο απαισιοδοξίας, κάτι πολύ μακρινό για την πέννα του Αντώνη, που επιμένει να λούζει τα κείμενά του με φως κι οπτιμισμό. Σημειώνει σχετικά στην Εισαγωγή του που έχει υπότιτλο: «Λόγια ελπίδας» : «…προσπαθούν τα κείμενα να ξαναφέρουν για λίγο στα χείλη μας το χαμόγελο και την ελπίδα» (σ.16).Όλα ετούτα τα στοιχεία δεν είναι μόνον επικεντρωμένα στο Κεφ. «Οι αγάπες της ζωής μου». Βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το βιβλίο. «Ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα μας περιμένει στην πλάκα του Ακρωτηρίου Λιάκα… είναι η στιγμή που ο ήλιος δύει και το αποτέλεσμα είναι απλά μαγικό. Εδώ νικάει η ομορφιά της φύσης… οι ακτίνες του ήλιου σχηματίζουν ένα φωτεινό στεφάνι» (σ.45-46). «… εις περιόδους ανομβρίας λιτάνευαν το ξυλοκρέβατο, έκαναν παρακλήσεις στο ύπαιθρο κι έβρεχε» (σ. 74). «… ο Οδυσσέας … μένει πνευματικά προσκολλημένος στο νησί του, πνεύμα φιλελεύθερο και δημιουργικό» (σ. 168). Η αναφορά στις Παναγιές των Σπαρτινών και στους Άγιούς μας, που τους δίνουν ως όνομα στα πλοία οι παλαιότεροι συντοπίτες του (σ. 49), οι περιγραφές εκκλησιών και εικόνων (σ.64-72) με επίθετα που εκδηλώνουν τον πνευματικό θαυμασμό του, αναδεικνύουν την βαθιά θρησκευτικότητά του.Μέσα από την πέννα του προσεγγίζονται εύκολα οι αρχές του, αρχές που – επιτρέψτε μου, γνωρίζω εκ πείρας- κληροδοτούσαν οι παλαιότεροι εκπαιδευτικοί στα παιδιά, και δη στα δικά τους: «αυτό που διακρίνει τον ευπατρίδη είναι το ήθος, τα ιδανικά και οι αξίες… η σταθερή του πίστη στις ηθικές αξίες και στα ιδανικά, η αγάπη του για τον τόπο του και την οικογένειά του» (σ.143), στοιχεία που ο συγγραφέας εξυψώνει και τιμά μέσα από το πρόσωπο του Βαγγελάκη Πανά. Κι αλλού: «… ανήκε στους Άρχοντες, σε αυτούς που δεν τους αναδεικνύουν οι κοινωνικοί ‘βαθμοί’ και οι ‘τίτλοι’… «Αγάπησε αυτά που δεν αγαπιούνται σήμερα από τους πολλούς, πόνεσε για αυτά που δεν πονά πια σχεδόν κανείς, πίστεψε σε αυτά που οι περισσότεροι περιγελούν, και περιφρονούν ακόμα».Οι προτάσεις που κάνει δηλώνουν αγάπη. «Δυο ιταλικά κανόνια με ανατιναγμένες κάννες βρίσκονται εγκαταλελειμμένα στο προαύλιο του Ι.Ν. Υ.Θ. Σπαρτιών. Θα μπορούσαν να γίνουν κομμάτι ενός μνημείου». Και παρακάτω: «Η εκκλησία θα μπορούσε να αναδειχθεί ιστορικό μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης». Αλλά και: «Προτείνω να τοποθετηθούν περιπατητικά σύμβολα προς αναγνώριση των διαδρομών» (σ. 45).Και φθάνω στο Κεφ. «Οι αγάπες της ζωής μου» (σ. 147-163). Στήριγμα οι αναμνήσεις του. Καταφύγιό του για άντληση δύναμης. Εδώ χωρίς ρητορισμούς και μεγαλοστομίες γράφει για την Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό του, για τον πατέρα Γεράσιμο Φωκά, για τα καλοκαίρια στη ζωή του. Τότε που ήταν παιδί, μετά στην εφηβεία του και τέλος στην ενηλικίωσή του. Το ίδιο δυνατό όμως είναι και το «Υστερόγραφό» του (σ. 228) όπου ομολογεί επιγραμματικά: «Όλη η ζωή μου, σε μια χούφτα μελάνι». Εδώ αποκαλύπτει την «κινητήρια δύναμη» που τον ώθησε να αναλάβει «το όλο εγχείρημα: το χρέος προς την πατρίδα μας, ένα χρέος που δεν τελειώνει ποτέ».Φέρνει στο φως αυθόρμητα και πηγαία εικόνες του παρελθόντος και διασώζει με καθαρότητα το χθες, βιώνει ξανά και ξανά το «σταθερό τυπικό» της Ορθόδοξης Εκκλησίας όπου «εκλεκτό μοσχοθυμίαμα ρόδου, καθαρό αγνό μελισσοκέρι, ακοίμητα καντήλια, γλυκόφθογγες καμπάνες της Παναγιάς του χωριού καλούν σε θερμή κατανυκτική προσευχή, σε χαρμολυπικές ψαλμωδίες, σε ευαγγελικές περικοπές που μαστιγώνουν αλύπητα τη φαρισαϊκή υποκρισία με εκείνα τα φοβερά ‘ουαί’ και μιλούν ωραία για υψοποιό ταπείνωση, για θυσιαστική διακονία, για συσταύρωση, συνταφή και συνανάσταση με τον Σταυροαναστηθέντα Χριστό και Λυτρωτή του κόσμου» (σ. 148). Ο Σταυρός είναι φωτοφόρος. Υψώνεται με την θεότητα, εισάγει την αγάπη και ξαναδίνει τη ζωή. «Εις σωτηρίαν ημών των μελωδούντων. Λυτρωτά ο Θεός ευλογητός ει». Βαθύτατη η πίστη του συγγραφέα. Η πίστη σαν ελεύθερη αγάπη πλαταίνει τις αντιληπτικές ικανότητες, αποκρυπτογραφεί την ανάσταση σαν απόλυτο γεγονός. Κι η ψυχή νοσταλγεί κι αναπτύσσει βαθύ πνευματικό δεσμό με το άφατο κι απέραντο, πέρα από τον άνθρωπο, πέρα από τον κόσμο. Έρχεται έτσι και επαναδένει με την μοναξιά, την σιωπή, την περισυλλογή, τη συγγραφή.Άλλη μια αγάπη του Αντώνη, είναι ο πατέρας όλης της Κεφαλλονιάς –κι όχι μόνον-, ο Γεράσιμος Φωκάς (σ. 155). Σε αυτόν τον γέροντα της αγάπης, της συγνώμης, των φτωχών, και της σιωπής ο συγγραφέας στέλνει αποχαιρετιστήρια επιστολή. Ο κοινός λόγος ρέει κι ενσαρκώνει στην Ιστορία τον άνθρωπο-ιερωμένο με την υπεραισθητή αντίληψη. Με ψυχή που μοιάζει να δονείται από θλίψη, ο συγγραφέας σε χρόνο παρελθόντα, με λόγια θαυμασμού για τον άνθρωπο της ‘εν τω κρυπτώ’ κι απέραντης ελεημοσύνης, καταθέτει την ιστορική μαρτυρία της δικής τους γνωριμίας, του συμβαδίσματος των νιάτων τους, των προσωπικών εμπειριών, των σημαντικών στιγμών τους. Στο εργαστήρι της καρδιάς του αναβρύζει αγάπη και σεβασμός για τον φίλο ιερωμένο, που όλη η ζωή του στηριζόταν στον Θείο Νόμο, και στην Συνείδηση, που την σιωπή του, την αδέλφωσε με την πράξη και τον αγώνα. Κι η πέννα τρέχει στο χαρτί κι αποτυπώνει νωπά κι ολοζώντανα, την εικόνα που άφησε πίσω του, αλλά και τη γλυκόπικρη γεύση του δικού τους αποχωρισμού.«Τα καλοκαίρια» (σ. 160) του Αντώνη είναι γεμάτα τρυφερότητα, χρώματα, ήχους, μυρωδιές. Είναι εμπνευσμένα από τον έρωτα της φύσης, της γυναίκας. Έτσι εκφράζει ο συγγραφέας την βαθύτερη φιλοσοφία του και την πίστη του στις δυνάμεις της ζωής. Κι όσο τα χρόνια περνούν, στην ίδια παραλία, τους ίδιους μήνες, τις ίδιες ζεστές ημέρες του καλοκαιριού, ο Αντώνης αφαιρεί σιγά σιγά τα πέπλα της ψυχής του, αντικρύζει το κάλλος της γυμνότητας της παιδικής του υπόστασης, της εφηβικής του ανεμελιάς, της σφριγηλής σοβαρότητας και αυστηρότητας της ενηλικίωσής του. Κι η ακρογιαλιά παραμένει το ίδιο σαγηνευτική στα μάτια του και σε αυτά της ψυχής του που αναδύει την ίδια ερωτική λατρεία, τον ίδιο δυναμισμό, την ίδια ένταση κι έκσταση γιατί αυτή, καθώς ανήκει σε ανώτερο κόσμο, δεν γεράζει ποτέ.Κι η ενατένιση γίνεται ανομοιοκατάληκτος στίχος (σ. 7, 154, 230) κι ανοίγει τις πόρτες στην περιοχή της ποίησης:Στο «Σπάρτο» ή στο «Σπαρτό» (σ.7) -όπου κι αν πάει ο τόνος δεν αλλάζει το νόημα αυτού που ακολουθεί-. Σε τούτο το ποίημα – προανάκρουσμα του όλου έργου - οι στίχοι βαδίζουν στην ψυχική αλήθεια, μεστοί, σφριγηλοί, σοβαροί. Τίποτα δεν είναι περιττό. Ο ήλιος, ο κάμπος, τα σπάρτα, η καμπάνα, η θάλασσα, ο Θεός, ο δοξαστικός Ύμνος: «Κύριε εκέκραξα προς Σε, εισάκουσον μου Κύριε». Κι ύστερα η αφιέρωση: στη νόνα και στη μάνα, στους αγαπημένους προγόνους που βρίσκονται στον κόσμο της κορύφωσης, του θείου, του άϋλου. Όλες οι αγάπες κρυμμένες σε αυτήν την βαθύτερη κι ειλικρινή θέαση του κόσμου του Αντώνη. Ορατού κι αόρατου. Όλα δένουν μυστηριακά και ξεναγούν τον αναγνώστη στις νέες χώρες που θα κατακτήσει διαβάζοντας ή μελετώντας το βιβλίο.Ένα σύντομο τετράστιχο μάς περιμένει παρακάτω και δίνει απάντηση στο ερώτημα που ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει: «Μιλάει ο τόπος;» (σ.154). Πριν ακόμα επιτρέψει στον αναγνώστη να δώσει την δική του απάντηση, σπεύδει ο ίδιος: «Αναντίρρητα μιλάει». Κι αιτιολογεί: «έφθασα στο Κοιμητήρι, ανάμεσα στα μνήματα, … ευλαβικός προσκυνητής να επισκεφθώ τους κεκοιμημένους προσφιλείς μου… να προσευχηθώ στην ιερή μνήμη τους». Εδώ ο Αντώνης νοιώθει τον τόπο να μιλεί. «Βουβοί τόποι πουθενά δεν υπάρχουν. Κουφοί άνθρωποι μονάχα». Η ψυχή του πλαταίνει, ανασαίνει άνετα σε τούτο το δυνατό μέρος, αφουγκράζεται το τιτάνιο της κατάλυσης του σώματος κι ακούει την αιώνια, μυστηριακή ομορφιά της βαθύτερης «ύπαρξης».Στο τρίτο ποίημά του «Σπαταλήσαμε τη ζωή μας» (σ.230), ακροτελεύτιο του έργου, ανιχνεύεται διαπίστωση τραυματική για αυτόν. Αφού έχει κάνει τη δική του «υπέρβαση χρόνου και φθοράς», προχωρεί σε θρήνο απόγνωσης, βαθιά ανθρώπινο. Κοινωνός των βαθύτερων ενοράσεών τού είναι, ο ίδιος ο εαυτός του που πλημμυρίζει πόνο ερμητικό, και βουβή οδύνη. Το τραγικό συμπέρασμα της σπατάλης της ζωής στο τίποτα για το τίποτα, για την κενή εικονοποιία του ίδιου του εαυτού του, που αναλώθηκε σε «τόμους άχρηστων συγγραμμάτων» για μια «δόξα» στο εύθριπτο των συντεταγμένων του βίου, στην αστάθεια των πρέπει της κοινωνίας των λιωμένων ηθικών αντιστάσεων, πέρα από τα υψηλά έργα, μακριά από το αληθινό φως. Η τραγική διαπίστωση που ανεβαίνει στο προσκήνιο πως ο δρόμος ήταν χαμένος, κορυφώνει την απόγνωσή του και μαζί με αυτήν, την μοναξιά. Μια μοναξιά καθόλου δημιουργική την φορά αυτή. Μοναξιά αποπνικτική, χωρίς αγάπη, που την κάνουν ιταμή «οι κραυγές των ανόητων σπουδαιοφανών καλικαντζάρων»- όπως γράφει χαρακτηριστικά, και συμπληρώνω εγώ:- που πουλάνε μισοτιμής στην αγορά το Χρέος της Αλήθειας, της Ακεραιότητας, της Ηθικής, της Δημοκρατίας.Η λογική μόνη, δεν αποτελεί καλό οδηγό του ανθρώπου, και των κοινωνικών και πολιτικών συστημάτων. Τα συναισθήματα όμως, ήταν, είναι και θα παραμένουν αιώνια πηγαία έκφραση ζωής. Αν μπορούσε να γυρίσει τη ζωή του πίσω, θα ζούσε ελεύθερος από συμβατικότητες πολιτισμού και ανάπτυξης, θα ζούσε μακριά από ό,τι φθείρει την ανθρώπινη υπόσταση, από ματαιοδοξία, κενότητα, απληστία κι ανικανοποίητες απαιτήσεις και θέλω.Αυτός είναι ο Αντώνης. Κι αυτές οι αγάπες του: των αρχέγονων αξιών που σμίλεψαν οι πρόγονοί μας, της ηθικής ελευθερίας, της βαθιάς ελληνορθόδοξης πίστης και παράδοσης, της βαθύτερης συνείδησης, της Ελληνικής Ψυχής.Αθήνα, 22 Νοεμβρίου 2018
      Αίθουσα Πολιτιστικού Κέντρου «Κωστής Παλαμάς» Παν. Αθηνών

    ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΑΝ

    Η ΝΟΝΑ ΜΟΥ Η ΠΟΠΗ

    " Τα χελιδόνια δεν ξαναγύρισαν".
    Η νόνα[1] μου η Πόπη γεννήθηκε στα Σπαρτιά της Κεφαλονιάς στο τέλος του 19ου αιώνα και έζησε σχεδόν ολόκληρο το 20 ο αιώνα (πέθανε το Μάρτη του 1993).Υπήρξε ένας απίθανος και σπάνιος σε χαρίσματα και αρετές άνθρωπος με βαθύτατη πίστη στο Θεό και απέραντη αγάπη για το συνάνθρωπο.
    Μέχρι και την τελευταία βδομάδα της ζωής της η μνήμη της και η κρίση της βρίσκονταν σε άριστο σημείο καθώς και η καθημερινή μελέτη και όχι απλή ανάγνωση της εφημερίδας «Η ΕΣΤΙΑ» .Τα σχόλια της για τα γεγονότα ,τα πρόσωπα και τις καταστάσεις πρόσεχε πάντοτε να γίνονται με χαρακτηριστική μετριοπαθή και ήρεμο και διπλωματικό τρόπο έτσι ώστε να μην δημιουργεί τριβές ή προβλήματα Ουδέποτε στη συζήτηση επέτρεπε την σύγκρουση και η σοφία της επεδίωκε πάντοτε να συνθέτει μέσα στα Πατερικά πλαίσια αφού ήταν άριστος μελετητής της Πατερικής σοφίας. Από ταπεινότητα στη συζήτηση δεν προέβαινε σε επίδειξη γνώσεων ,άκουγε πάντοτε τους άλλους και υπέμεινε με πολύ προσευχή σ’ όλο το βίο της όλους τους σωματικούς πόνους αλλά και τις τεράστιες ψυχικές πληγές που στο βίο της υπέστη. Είναι γνωστό ότι ο γάμος της γιαγιά μου με τον παππού μου Γρηγόρη Πανά υπήρξε προϊόν επιλογής του πατέρα της , όπως δυστυχώς συνέβαινε στις αρχές του αιώνα ,όμως με πολλή αγάπη δημιούργησε στον Πειραιά μια ευτυχισμένη οικογένεια ,με δυο παιδιά τη μητέρα μου Ηρώ και τον αδελφό της Παναγή.
    Η αρχή των οδυνών της γιαγιάς μου ήταν όταν προκειμένου να υποστεί μικρή και ασήμαντη εγχείρηση ο Παναγής εισήχθη σε κλινική που διατηρούσε ο θείος καθηγητής ιατρικής Μαρίνος Βαλλιάνος .Το παιδί μέσα στη κλινική κόλλησε μια σπάνια μεταδοτική ασθένεια την «Οστρακια (Σκαρλατινα) και πέθανε σε ηλικία 8 ετών .Αυτός ο θάνατος προκάλεσε τεράστιο σεισμό στη οικογένεια με αποτέλεσμα στις παραμονές από του Ελληνοαλβανικού πόλεμου να μετακομίσει και να εγκατασταθεί οριστικά στα Σπαρτιά Κεφαλονιάς. Όμως η συνέχεια ήταν πιο δραματική ,ο παππούς μου «έφυγε» με τραγικό τρόπο το 1944.
    Τέτοια υπήρξε η ένδεια, ώστε να εκποιηθεί κάθε πολύτιμο είδος της οικογένειας σε γνωστούς μαυραγορίτες ,αλλά και αρχίσει από τους δυναμένους να το πράξουν κατοίκους του χωριού η συστηματική βοήθεια σε είδη τρεχούσης διατροφής, την οποία εστερείτο παντελώς η οικογένεια Η γιαγιά μου πέρασε κι αυτή τη τρομερή και αβάσταχτη δοκιμασία πόνου και στέρησης. με απόλυτη αξιοπρέπεια και δεν θέλησε να εξαγοράσει ούτε για αυτή ούτε για κόρη της, με κανένα τρόπο το θάνατο του συζύγου της.
    Όμως η κακοτυχία της γιαγιάς μου δεν σταμάτησε εκεί το 1966 η μητέρα μου σε ηλικία 35 ετών εντελώς ξαφνικά αρρώστησε από «απλαστική αναιμία » και μετά σύντομη αλλά επώδυνη ασθένεια απεβίωσε νεότατη την 20 Απριλίου 1966. Η γιαγιά δέχθηκε κι αυτό το συνταρακτικό κτύπημα της μοίρας με αξιοπρέπεια και αρχοντιά .Έκρυψε βαθιά τον πόνο της μάνας μέσα της κι έσκυψε να περιμαζέψει το διαλυμένο απ’ το θάνατο της κόρης της σπιτικό μας Στήριξε με όλες τις δυνάμεις της τον κλονισμένο πατέρα μου και έδωσε βοήθεια και συμπαράση σε μένα . Έτσι σταθήκαμε όρθιοι.
    Θα σου πω τι μου είπε η «νόνα» μου όταν γυρίσαμε από την ταφή της μάνας μου και κόρης της «Ψηλά το κεφάλι σαν σε παρέλαση Αντωνάκη, δεν κλαίμε
    Όλοι εσένα κοιτάνε …..»
    Η μάνα μου έφυγε στις 20/4/1965 και μια Μ. Παρασκευή εκεί που έψαλλα τα εγκώμια με τον Επιτάφιο στο κοιμητήρι του χωριού μου ,άκουσα τον φίλο και συμμαθητή μου ιερομόναχο από το Όρος, π Γεράσιμο Φωκά, που χάθηκε τόσο πρόωρα να μνημονεύει τη μάνα μου (σαράντα χρόνια μετά) και έκλαψα πικρά για πρώτη φορά, γιατί ο πόνος του γονιού δεν παραγράφεται…(κάθε Μ Παρασκευή φροντίζω να βρίσκομαι ΕΚΕΙ και δυστυχώς χωρίς τον παπά Γεράσιμο)
    Στάθηκε ως το θάνατο της η αληθινή ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ του σπιτιού μας. Ο θάνατος της
    Το πρωινό των Φώτων του 1993 δέχθηκα ένα τηλεφώνημα απ’ τη γιαγιά :
    -Ο πατέρας σου είναι άρρωστος
    – Ετρεξα
    Ήταν εγκεφαλικό και χιόνιζε…
    Φώτα 1993 στο Γενικό Κρατικό ο πατέρας μου ολόκληρο το πρωινό έμεινε χωρίς ιατρική φροντίδα κι εγώ την ίδια περίοδο ήμουν Νομικός Σύμβουλος του Πρωθυπουργού !!!!
    Μετέφερα στα χέρια μου το πατέρα σε ιδιωτική κλινική, όποτε στις 2μμ τον είδαν οι γιατροί !!!!
    Η γιαγιά στο σπίτι συντόνιζε τα πάντα απ’ το τηλέφωνο.
    Η κράση της καλή ,είχε βαρύνει λίγο απ τα χρόνια τα 94
    Όμως ήθελε να μου φτιάχνει τη ατομική μου σπανακόπιτα,να μου μαγειρεύει τις προτιμήσεις μου ,τα γεμιστά μου .
    Η αρρώστια του πατέρα μου την τσάκισε
    Τον μετέφερα στο σπίτι εκείνη τον πρόσεχε ,τον νοιαζόταν ,όμως είχε σπάσει κάτι μέσα της.
    Μια μέρα του Μάρτη 1993, γύρισα απ’ τη δουλεία.
    Με περίμενε, είχε ξαπλώσει στο δωμάτιο της, πράγμα σπάνιο παρά την ηλικία της.
    -Πήγαινε αφέντη μου να φας και μετά σε θέλω…
    Ήταν διαταγή
    Έφαγα την ατομική σπανακόπιτα που μου είχε φτιάξει με τα χέρια της
    (94 χρονών γυναίκα)
    Πήγα δίπλα της
    Μιλήσαμε για τα οικογενειακά μας (την αρρώστια του πατέρα μου, το ότι ο αδελφός της. ενώ τον καλούσε ναρθει να την δει δεν ήλθε, για την ζωή μου για όλα )
    Μου ζήτησε να της ψάλλω κάποιους ύμνους ,τον Κανόνα του Μ.Σαββάτου
    «Κύματι θαλάσσης…Θεοφανείας σου Χριστέ…Άφραστον θαύμα.. Τέτρωται Άδης»
    μετά μου ζήτησε να ψάλλω «Κύριε εκέκραξα »
    στο τέλος μου ζήτησε να πω την Μεγάλη Δοξολογία .
    Σ’ όλο το διάστημα η νόνα με ακολουθούσε σ’ όλα σιγοψάλλοντας, εξ άλλου αυτή μ’ έμαθε να ψέλνω και με παρατηρούσε σε κάθε «φάλτσο» μου από μικρό παιδί ως το θάνατο της.
    Μόλις τελείωσα τη δοξολογία έκανε το σταυρό της με φίλησε ,μου έδωσε την ευχή Της και μου είπε να φύγω για τη δουλειά μου ,ήταν 6 μμ
    Σηκώθηκα πήγα στη κουζίνα έφτιαξα ένα καφέ και πήγα στο δωμάτιο του πατέρα μου να μιλήσουμε λίγο πριν φύγω.
    Του έλεγα πως ήμουν απορημένος με τη νόνα μου.
    Τον χαιρέτησα και μπήκα στο δωμάτιο της νόνας μου.
    -είχε πέσει σε κώμα………
    Την πήγα στον Ευαγγελισμό μετά λίγες μέρες έφυγε για το αιώνιο Ταξίδι κοντά στους αγαπημένους της :τα παιδιά της και τον αδικοχαμένο άντρα της.

    μια ζωή μαρτύριο γεμάτη αγάπη και προσφορά

    [1] νόνα < ιταλική nonna=γιαγιά

    Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

    αποφθέγματα και αφορισμοί του μεγάλου Γάλλου ποιητή Σαρλ Πιερ Μποντλέρ για τον έρωτα




    -επειδή κάθε θρησκεία είναι μια υπέρτατη παραμυθία για όλους τους πονεμένους,

     -επειδή κάθε γυναίκα είναι ένα κομμάτι από την ουσιαστική γυναίκα, 

    -επειδή ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να συνθέσεις ένα σονέτο και να βάλεις εκλεκτά εσώρουχα, 


    Αποσπάσματα από το βιβλίο του Σαρλ Μποντλέρ «Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα», εκδ. Ερατώ

    Η ΕΥΤΥΧΙΑ

    EYTYXIA

    Υπάρχουν στιγμές...

    Όπου το μυαλό ,μου τρέχει σε έρημες σπηλιές...

    Καταχωνιασμένες μέσα σ'αυτές...

    Ολόκληρες ζωές...

    Ολόκληρα όνειρα θαμμένα,που δε τα βλέπεις πια

    Κι όσο φεύγουν αυτά...

    Άλλα τόσα μας έρχονται ξαφνικά...

    Όνειρα γλυκά,όνειρα γεμάτα απ'την αγάπη μας...

    Όπου τα όνειρα αυτά δε ξεθωριάζουν ποτέ...

    Αχ...ξέχνα τα όνειρα...

    Μόνο εσένα θέλω εγώ...

    Μόνο εσένα επιθυμώ...

    Μόνο εσένα για να μπορώ να ζώ...

    Σ'αγαπώ


    ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΥΜΕΝΟΥ 1

    Εσφαλλα κύριε πρόεδρε, Σκαλίζοντας παλιά τεφτέρια ανακαλύπτω στο κρυφό ντουλάπι στο χωριό κρυμμένο σε ημερολόγιο εποχής ενα δικό μου σημείω...